Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Ο Πάνος Τζαβέλας ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τα αντάρτικα τραγούδια


Ο Πάνος Τζαβέλας υπήρξε θρέμμα μιας συγκλονιστικής γενιάς, γενιάς θυσίας, προσφοράς και στερήσεων. Την άντεξε μέχρι το τέλος, αδιαμαρτύρητα, καρτερικά, έχοντας μοναδικό αποκούμπι - μπάλσαμο για την ψυχή του την ποίηση και το τραγούδι. Τώρα, που έκλεισε ένας χρόνος από τον θάνατό του, η Νατάσα Παπαδοπούλου, σύντροφός του στη ζωή και στο τραγούδι επί 38 ολόκληρα χρόνια, αποφάσισε να τον τιμήσει με ένα μουσικό αφιέρωμα που θα έχει ως πυρήνα το πρόσωπο του Πάνου, το άγνωστο μουσικό του έργο, την πολυτάραχη ζωή του. Η εκδήλωση θα γίνει αύριο, στις 8 το βράδυ, στο βιβλιοπωλείο “Ιανός”, με τη συμμετοχή πλειάδας ομοτέχνων που συνεργάστηκαν ενόσω ζούσε, που αγάπησαν τον άνθρωπο και τον τραγουδοποιό Πάνο Τζαβέλα.

Με αφορμή την εκδήλωση ζητήσαμε από τη Νατάσα να μας πει τι παραπάνω απ' ό,τι ξέρουμε υπήρξε γι' αυτήν ο σύντροφός της και αν η ταύτιση του κόσμου “Τζαβέλας = αντάρτικα” τον αδικεί κάπως. Μας είπε:

“Ολοι ξέρουν ότι ο Πάνος ήταν αγωνιστής της αριστεράς, ξέρουν ότι έκανε χρόνια φυλακή και εξορία, ότι έχασε το πόδι στον εμφύλιο, ότι ο πολύς κόσμος τον ταυτίζει με τα αντάρτικα. Ο Πάνος φυσικά ήταν όλα αυτά, ήταν όμως κάτι περισσότερο από αυτά. Τον γνώρισα το 1971, επί χούντας, ενώ σπούδαζα στην Ανωτάτη Εμπορική (ΑΣΟΕΕ). Αρχίσαμε απο το '73 στην Πλάκα να τραγουδάμε Θεοδωράκη, αντάρτικα, αλλά και δικά του τραγούδια γιατί ο Πάνος έχει γράψει πολύ ωραία τραγούδια, αν και οι περισσότεροι ξέρουν τον “Κυρ - Παντελή”, το “Ξυπνήστε” και “Το φεγγαράκι” του Φώτη Αγγουλέ. Ο Πάνος όμως έχει μια πολύ μεγάλη γκάμα τραγουδιών, λαϊκά, σας θυμίζω εδώ τον δίσκο που είχε κάνει με την Καίτη Γκρέυ και με τον Νταλάρα, τραγούδια επαναστικά που έχει γράψει για τον Μαντέλα, τον Ορτέγκα, τον Τσε Γκεβάρα, τραγούδια λυρικά του Φώτη Αγγουλέ και λυρικά δικά του".

* Σαν άνθρωπος πώς ήταν;

Σαν άνθρωπος ήταν πολύ ευαίσθητος, πονεμένος, βασανισμένος από τη φυλακή και τις καταδίκες, μερικές φορές και λίγο σκληρός -τον δικαιολογώ απόλυτα-, γιατί ήταν άλλες οι αρχές του, μην ξεχνάτε ότι είχαμε 25 χρόνια διαφορά ηλικίας. Ήταν πολύ λιτός άνθρωπος, ζούσαμε σ' ένα δώμα 35 τετραγωνικών μέτρων στον Πειραιά, που κάηκε στις 28 Νοεμβρίου, λίγο πριν πεθάνει. Ήταν μόνος εκείνη τη βραδιά στο σπίτι. Χάσαμε τα πάντα, εκτός από μια κιθάρα... όλα μας τα υπάρχοντα. Κάηκαν όλα τα βιβλία που είχε φέρει από τη Ρωσία, δύο επιστολές του Σοστακόβιτς, τα μουσικά όργανα που είχαμε φέρει από τα πολλά ταξίδια μας στο εξωτερικό, με λίγα λόγια κάηκαν τα πάντα, ολόκληρο το αρχείο.

* Και πώς σώθηκε ο ίδιος;

Σύρθηκε και βγήκε στην ταράτσα, είναι συγκλονιστικό το πώς βγήκε, αυτό θέλω να το γράψεις. Σύρθηκε μέσα από τις φλόγες με την κιθάρα στο χέρι! Αυτή είχε πάρει και τίποτε άλλο! Έτσι τον βρήκαμε!

* Πάντως έμεινε όρθιος μέχρι τα τελευταία του.

Ναι, αλλά έφυγε πικραμένος. Ήταν μόνος στο σπίτι όταν κάηκε. Από ένα απλό βραχυκύκλωμα, στις 4 η ώρα το πρωί!

* Τι άλλο θυμάσαι που σε συγκινεί;

Όλα με είχαν συγκινήσει. Είχε πράγματα που μπορούσαν να συγκινήσουν, αλλά και να σε στεναχωρήσουν, να μαλώσεις μαζί του... Μην ξεχνάτε ότι, όταν γνωριστήκαμε, ένα κοριτσάκι είκοσι χρόνων ήμουν, τον έβλεπα σαν Θεό. Δεν καθόμουν να τα επεξεργαστώ τα πράγματα τότε. Δεν λέω μόνο για τα πολιτικά, ούτε τα δικά μας, τα προσωπικά, τις σχέσεις μας. Σαν να με έπλασε κατά κάποιο τρόπο...

Όλα τα χρόνια που ήμασταν μαζί κοιμόταν έξω στη βεράντα. Δεν μπορούσα να ησυχάσω τις νύχτες. Και τώρα ακόμα, όταν βρέχει το βράδυ, ξυπνάω και νιώθω το αίσθημα να πάω να τον σκεπάσω ή ακούω τις πατερίτσες, τον ήχο τους όπως τότε που περπάταγε στη βεράντα είτε από αϋπνία ή από τους πόνους (πονούσε πολύ όταν άλλαζε ο καιρός).

* Πάντως ήταν τόλμημα η σχέση που έκανες μαζί του. Πώς γνωριστήκατε;

Τον γνώρισα τον Γενάρη του '71 σε μια τρύπα στην Κυψέλη, σ' ένα δωματιάκι, γιατί πάντα του άρεσε να ζει σε δώματα, να έχει αέρα, να είναι ψηλά... Για εκείνη την εποχή ήταν τόλμημα, όπως λέτε. Δεν μου μίλαγε κανείς, μπορώ να σου πω ότι είχα και διαφωνίες και με τους δικούς μου και με τους φίλους μου. Όχι με την κακή έννοια οι άνθρωποι, έτσι ήταν τότε τα πράγματα... Μου λέγανε: ένας άνδρας με 25 χρόνια διαφορά, ανάπηρος, ταλαιπωρημένος... εγώ εκεί όμως!

* Του άρεσαν τα ταξίδια;

Όλη η ζωή μας ένα ταξίδι ήταν. Ινδία, Μαρόκο, Θιβέτ, Ισπανία. Να βλέπεις τον Πάνο να τρέχει με τις πατερίτσες και να μην πιστεύεις στα μάτια σου. Ακόμα και στο νοσοκομείο που ήταν τον παρηγορούσα λέγοντάς του: “Μόνο η Κούβα μάς έμεινε...". Αυτός βέβαια ήταν σε άλλους κόσμους. Του άρεσε επίσης η θάλασσα, ήταν χειμερινός κολυμβητής. Με ένα πόδι να βλέπεις να πέφτει, να ανοίγεται μέσα στη θάλασσα... Είχε ψυχή και ζωή, αυτό αγαπούσα και θαύμαζα πάνω του.

* Και οι σχέσεις του με τα νέα παιδιά;

Πολύ καλές, δεν του άρεσε να κάνει συντροφιά με πρώην συγκρατούμενούς του ή μεγάλους ανθρώπους της γενιάς του. Έκανε παρέα με τη δικιά μου γενιά και πιο νέους ακόμα... Ήθελε να μαθαίνει, να ακούει από τα νέα παιδιά, να τους δίνει απλόχερα ό,τι πολύτιμο είχε στην ψυχή του. Μην ξεχνάτε ότι ο Πάνος έζησε και τα νιάτα του πικραμένα, από δεκαέξι χρόνων μέσα στις φυλακές.

* Τα τελευταία χρόνια δεν εμφανιζόταν πολύ. Δεν τον καλούσαν ή δεν ήθελε;

Ο Πάνος το είχε αυτό. Παρ' ότι του έλεγα "μην περιμένεις να σου χτυπάνε πόρτες", ο ίδιος ήταν πολύ περήφανος. "Όχι, όχι", έλεγε, "δεν θα πάω να παρακαλέσω κανέναν. Αν θέλουν κάτι, να έρθουν να με βρούνε". Δεν ήταν ποτέ μέσα στο σύστημα ούτε στα κυκλώματα. Όμως αυτό ήταν άδικο. Αν έρθεις να ακούσεις τα τραγούδια που μείνανε στο συρτάρι, θα καταλάβεις. Δεν κυνηγούσε τίποτε, ούτε το χρήμα ούτε δόξα ούτε τίποτα. Τα πρώτα λεφτά που έπαιρνε από τις πωλήσεις των δίσκων τα έδινε στις αντιστασιακές οργανώσεις. Το μόνο πράγμα που τον ένοιαζε ήταν να πληρωθούνε οι μουσικοί, αυτή ήταν η μόνη έγνοια του...

* Και για την αριστερά, με όλη αυτή την κρίση και την πολυδιάσπαση τού σήμερα, τι έλεγε, είχε απογοητευθεί καθόλου;

Τον ρώταγαν πολλοί φίλοι του, αλλά κι εγώ: έζησες τόσα χρόνια φυλακές και βασανιστήρια, καταδικάστηκες τρεις φορές σε θάνατο, έδωσες ένα ποδάρι στον αγώνα, θα τα ξανάκανες σήμερα όλα αυτά; Κι έλεγε: Θα τα ξανάκανα, ναι! Δεν ήταν άνθρωπος να πει χαμένα πήγαν τα χρόνια μου... τόσες φυλακές, τόσος πόνος, τόση πίκρα... Παρ' όλο που καταρρεύσανε όλα! Πάλι θα τα ξανάκανε... Καταλαβαίνεις πόσο είχανε πιστέψει τότε οι άνθρωποι στο όραμα ενός καλύτερου κόσμου.

πηγή : Αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: