Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

O Γιάννης Τσαρούχης και η χαμένη νεοκλασική αρχιτεκτονική




Της Μαρίας Καραβία*

Πολλοί θα δουν στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς τη μεγάλη αναδρομική έκθεση «Γιάννης Τσαρούχης 1910-1989» και λίγοι θα θυμηθούν την τρυφερότητα με την οποία ζωγράφισε την πάμπτωχη άλλοτε, γεμάτη ταβέρνες και μπαρ σήμερα, γειτονιά του Μουσείου ο ζωγράφος. Το Γκαζοχώρι, που κούρνιαζε γύρω από το εργοστάσιο αεριόφωτος και στέγαζε στα μικρά, μονώροφα σπιτάκια του με τα ελάχιστα νεοκλασικά στολίδια, το βίο των ταπεινών.

Αυτός ο σπουδαίος Έλληνας καλλιτέχνης ήταν από τους πρώτους που στηλίτευσαν την καταστροφή του περιβάλλοντος της Αττικής. Και μίλησε για την επιδρομή κατά της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που πίστευε ότι αντικαταστάθηκε με ότι ασχημότερο υπάρχει στον κόσμο – την πολυκατοικία: «Μεγάλο μέρος της καταστροφής που έκανε η Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα οφείλεται στην ανοχή των συνταγματαρχών. Αλλά η αδιαφορία για το τοπίο και η ακαλαισθησία δεν μπήκαν δυστυχώς στον Κορυδαλλό μαζί τους…».

Το 1961, φέρνοντας μαζί του 30.000 δραχμές που απέφεραν οι πωλήσεις έργων του στο εξωτερικό, ο Τσαρούχης άρχισε να ψάχνει για ένα οικόπεδο στα κοντινά προάστια. Βρήκε κάτι στην Πεύκη Αμαρουσίου και κατάφερε να το αγοράσει. Το κομμάτι γης βρισκόταν σ’ έναν αραιοκατοικημένο χωματόδρομο με λαμπρό όνομα: οδός Πλουτάρχου. Άρχισε να φωτογραφίζει με ζήλο παλιά μαρουσιώτικα σπίτια, απ’ αυτά τα μονώροφα με τις εσωτερικές αυλές, που ήταν χτισμένα εμπειρικά και ήταν χαμηλά όλα, σα να δίσταζαν να σηκώσουν ανάστημα μπροστά στα ιστορικά βουνά της Αττικής, τον Υμηττό, την Πάρνηθα, την Πεντέλη που φαίνονταν ακόμα ένα γύρω, για να φτιάξει το σπίτι του.

Η Πολεοδομία απέρριψε τα σχέδια. Πρέπει να γίνει «πανταχόθεν ελεύθερο». Τότε, άρχισε να σκέπτεται κάποιο κτίσμα διώροφο. Κάτι που να συνοψίζει τις νεοκλασσικές μνήμες του. Αλλά βρήκε και πάλι το μπελά του. Μόλις το σπίτι τελείωσε, η χωροφυλακή τον κατήγγειλε για υπερβάλλον ύψος. Ο Τσαρούχης είδε κι έπαθε να πείσει το δικαστήριο ότι αυτό που θεωρούσαν «υπέρβαση», ήταν μικρό αέτωμα στο δώμα του σπιτιού, που το πλαισίωναν τα κλαριά των υψηλών πεύκων και το θεωρούσε αντίστιξη στην απέναντι κορυφή της Πεντέλης… Μόλις εγκαταστάθηκε όμως στο σπίτι κι έκανε και τον απαραίτητο αγιασμό, έγινε η δικτατορία του 1967 κι έφυγε πανικόβλητος για το Παρίσι. «Έχτισα ένα σπίτι, έλεγε, κι έχασα το οικόπεδο…».

Ο ζωγράφος πίστευε ότι στην Ελλάδα τη συνειδητοποιείς καλύτερα όταν είσαι μακριά. Αν νοσταλγούσε κάτι, ήταν μόνο το σπίτι του. «Δεν το περίμενα ποτέ πως θα ξαναγύριζα, μου είχε πει κάποτε. Έβλεπα στον ύπνο μου το σπίτι του Μαρουσίου και πάντα έβλεπα ότι γύριζα και το έβρισκα σωριασμένο σ’ ερείπια…».

Ο εφιάλτης δεν επαληθεύτηκε. Το βρήκε ακέραιο. Μόνο που, μέσα σ’ επτά χρόνια το είχαν περιζώσει ογκώδεις, πανύψηλες πολυκατοικίες που κοίταζαν ειρωνικά, με υπεροψία και αυθάδεια, την παλαιά «υπέρβαση» του αετώματος… Έζησε ωστόσο ευτυχής κι εργάστηκε μέσα σ’ αυτό. Οι πολυκατοικίες τον πλήγωναν. Αλλά ήξερε πως τίποτα δεν μπορεί πια να τις σταματήσει. Κουνούσε το κεφάλι στωικά: «Οι αξίες εξαφανίζονται και αντικαθίστανται με αξιοποιήσεις…».

Η σχέση του Γιάννη Τσαρούχη με το νεοκλασικό σπίτι υπήρξε καθοριστική. Και είχε μιλήσει γι’ αυτό εξομολογητικά: «Γεννήθηκα στον Πειραιά σε νεοκλασικό σπίτι. Εκείνο τον καιρό δε μιλούσαμε ακόμα για ομορφιά και αναλογίες. Τα σπίτια αυτά ήταν σκηνικά ξενόφερτα. Σιγά-σιγά όμως, τα βαυαρικά ή ιταλικά αυτά σπίτια γινήκανε ελληνικά. Όχι μόνο από τους ενοίκους. Τα ‘κανε δικά της η μαστοράντζα και οι Έλληνες αρχιτέκτονες που άρχισαν να τα σχεδιάζουν όταν έφυγαν οι Βαυαροί. Όλη μου η ζωή είναι συνδεδεμένη μ’ αυτές τις προσόψεις, μ’ αυτά τα εσωτερικά.

Από πόρτα με αέτωμα από τραβηχτό σοβά που σκέπαζε μαύρη κουρτίνα, είδα να βγαίνει το πρώτο λείψανο που θυμάμαι στον Πειραιά. Η κόρη του πεθαμένου είχε ξέπλεκα τα ξανθά της μαλλιά και άπλωνε το χέρι της στη νεκρόκασα. Οι γριές έκριναν αν τον κλαίει καλά και αρκετά την ώρα που τον σηκώνανε… Από τα ανοιχτά παράθυρα έμπαινε το ασημένιο φως του Πειραιά. Πίσω από τους θριγκούς αυτών των κτιρίων είδα πολλές φορές, γεμάτος από τη γνωστή παιδική πλήξη και μελαγχολία, το αιώνιο μυστήριο του ουρανού και των σύννεφων… Όταν αργότερα άρχισαν να τα γκρεμίζουν τα σπίτια αυτά ένα-ένα, αισθάνθηκα ότι ξήλωναν την ίδια μου τη ζωή…».

Το σπίτι που έχτισε ο ίδιος στο Μαρούσι (σημερινό Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη) εκπροσωπεί εκείνες τις νεοκλασικές μνήμες. Καθώς βρίσκεται μάλιστα στο βάθος ενός σκιερού κήπου που τον κοσμούν μερικά από τα ελάχιστα πεύκα της Μαγκουφάνας που απέμειναν, μοιάζει παράξενο και φασματικό, φερμένο πράγματι από κάποια παλιά ζωή.

Η νοσταλγία του γι’ αυτή τη ζωή τον έκανε να τριγυρίζει σε μάντρες που πουλούσαν υλικά παλαιών οικοδομών, καθαιρεμένους πήλινους θεούς από αετώματα, αινιγματικές σφίγγες και γλάστρες βγαλμένες από παλαιά καλούπια, για να βρει λίγα έστω στοιχεία, κάποιες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να συνδέσουν το καταφύγιο του φτασμένου πια καλλιτέχνη με το σκηνικό των παιδικών του χρόνων.

Έτσι μία υψηλή πόρτα με φεγγίτη, μερικά ακροκέραμα παλαιάς οικοδομής προστέθηκαν στην καινούρια. Λεπτομέρειες ελάχιστες. Υπαινικτικές. Πίστευε εξ’ άλλου πως το τοπίο της Αττικής είναι τόσο ευαίσθητο και ωραίο «ώστε μόνο η φτώχεια να του ταιριάζει».

* Η Μαρία Καραβία, έχει γράψει το βιβλίο «Ο Στοχαστής του Μαρουσιού» - Μνήμες και συνομιλίες με τον Γιάννη Τσαρούχη», Εκδόσεις Καπόν, 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: