Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ; ΄Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΤΗΣ ΕΚΑΤΟΠΕΝΗΝΤΑΡΑΣ;




Με αφορμή τις παραστάσεις σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Ουίλσον στην Αθήνα


της Νάντιας Βαλαβάνη





Βαθιά μέσα στο Φλεβάρη έφτασε ο απόηχος των τεσσάρων παραστάσεων στην Αθήνα, όλων sold-out, της σκηνοθετημένης από τον Ουίλσον Όπερας της πεντάρας. Με αιχμή το εξωφρενικό εισιτήριο, απίθανα ακριβότερο απ’ ότι στο Βερολίνο ή άλλες ευρωπαϊκές πόλεις*, αλλά και τις εξίσου διθυραμβικές κριτικές.

Έχοντας σκάσει κι εγώ το 100ρικο μου, βγήκα από την παράσταση με εξαιρετικά ανάμικτες σκέψεις και αισθήματα.


Η Πτήση πάνω απ’ τον ωκεανό αλά Ουίλσον


Κανονικά δε θα έπρεπε. Είχα ήδη μια πρώτη γεύση σκηνοθεσίας Μπρεχτ αλά Ουίλσον, την πρώτη και μοναδική του μέχρι την Όπερα, στο Βερολίνο το 1998 - και τότε με το πάλαι ποτέ θέατρο του Μπρεχτ, το Μπερλίνερ Ανσάμπλ: Τον είχαν προσκαλέσει ν΄ ανεβάσει την Πτήση πάνω απ’ τον ωκεανό, ένα ραδιοφωνικό διδακτικό θεατρικό έργο – άρα ελεύθερο από οποιαδήποτε σκηνική σύμβαση. Και τότε είχε δηλώσει «δεν έχω ποτέ μελετήσει ή ασχοληθεί με τον Μπρεχτ», αλλά όλοι του λένε ότι η σκηνοθετική του προσέγγιση είναι μπρεχτικά αποστασιοποιητική. Τα ίδια δήλωνε και στον ελληνικό τύπο 12 χρόνια αργότερα: Προφανώς ο χρόνος δεν τον έκανε μελετηρότερο. Θυμάμαι την τότε παράσταση σαν μια εικαστική έκρηξη, χρωμάτων και κινούμενων ταμπλώ-βιβάν, με αιωρούμενους ποδηλάτες και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί να περνάει από τη σκηνή, ένα οπτικό ποίημα. Όταν τερματίστηκε ο καταιγισμός των αισθήσεων, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα προσέξει λέξη από το κείμενο του Μπρεχτ, «ραδιοφωνικά» εκπεμπόμενο πίσω απ’ το πανόραμα, ενώ η μουσική του Βάιλ είχε επίσης «διαλυθεί» μέσα στα κινούμενα χρώματα: Τελικά είχε επιτευχθεί όχι κάποια, έστω υπερβολική, «αποστασιοποίηση», αλλά ένα πλήρες «διαζύγιο» από το έργο…


Ένα συγκλονιστικό θέαμα στη σκηνή του «Παλλάς»


Τι είχα δει, λοιπόν, στη σκηνή του «Παλλάς»; Αναντίρρητα είχα ζήσει ξανά μια σημαντική σκηνική εμπειρία, περισσότερο «λειασμένη» και «πειθαρχημένη» από τεχνική άποψη απ’ ό,τι τότε στο Βερολίνο. Με τους ηθοποιούς του Μπερλίνερ Ανσάμπλ, μια πραγματική «μηχανή θεάτρου», να αποδεικνύουν για άλλη μια φορά τι είναι ικανοί να κάνουν. Σε ύφος «βωβού σινεμά και ψαλλιδοκοπτικής των αρχών του αιώνα ανάμεικτο με καρτούν αλά Σίμπσονς, ανδρόγυνη τόλμη στη φιγούρα του φονιά Μακχίθ, απόκοσμη χροιά στα λευκά πρόσωπα, μαριονετίστικες κινήσεις, χιούμορ και θεατρική εκτέλεση της μουσικής του Βάιλ» (Άννυ Κολτσιδοπούλου, Theatreworld.wordpress.com, 30.9.2009). Όλα με μια μηχανική ποιότητα, θα συμπλήρωνα, σαν ξεδίπλωμα ενός εξαιρετικά καλοκουρντισμένου μηχανισμού, με αναφορές ακόμα και στα «μηχανικά μπαλέτα» του Μπαουχάουζ όσο και στα γιαπωνέζικα μάνγκα, μ΄ έναν εκλεκτικισμό που μόνο μια μεταμοντέρνα ιδιοφυία σαν τον Ουίλσον θα μπορούσε τόσο αποτελεσματικά να συνδυάσει.

Είχα δει όμως Μπρεχτ;

Επειδή αισθάνομαι σαν να είμαι η μόνη στην Ελλάδα που πίσω από αυτό το «πολύπλοκο χάι τεκ σύμπαν» (Αντιγόνη Καράλη, Έθνος) μάταια αναζήτησα τη γνώριμη αναιδή, οξεία και διεισδυτική επίθεση Μπρεχτ και Βάιλ στις κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής πραγματικότητας, επιτρέψτε μου ν΄ αναφερθώ συνοπτικά σε κάποια σημεία στα οποία συγκλίνουν οι, επίσης διθυραμβικές, γερμανικές κριτικές κατά την πρεμιέρα της παράστασης στο Βερολίνο το 2007.


Design και ξεκουκούτσιασμα


Σύμφωνα με το Spiegel online (Χενρίκε Τόμσον, 28.9.2007), «το design κατέχει προγραμματική θέση. Ο Ρόμπερτ Ουίλσον σκηνοθέτησε την Όπερα της πεντάρας στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ ως μιούζικαλ ρουτίνας με εφέ τύπου Μίκι Μάους. Τέτοιας κομψότητας Όπερα δεν έχουμε ξαναδεί. Από μουσική και παραστατική άποψη είναι η καλύτερη σκηνοθεσία της Όπερας της πεντάρας των τελευταίων χρόνων… Με τη σκηνοθεσία του Ουίλσον το Smash-Hit των Μπρεχτ και Βάιλ εισέρχεται επιτέλους στο μεγάλο εμπορικό θέατρο».

Το design, βέβαια, κυριαρχεί σε βάρος του περιεχομένου – όχι άδικα ο Ουίλσον έχει αποκληθεί «ποιητής του επιφανειακού». Έτσι σύμφωνα με τον Νικόλαους Μερκ (Nachkritik.de, 27.9.2007), «με τη στρατηγική του της αισθητικοποίησης και του στιλιζαρίσματος εξορκίζει κάθε περιεχόμενο… Ο Ουίλσον έφερε μαζί το πολυμίξερ του. Μέσα του μπορεί κανείς να βάλει ένα θεατρικό έργο… και το τελικό προϊόν να φαίνεται πάντα πανομοιότυπο. Είτε πρόκειται για Σέξπιρ είτε για Μίλερ ή Μπίχνερ ή Μπρεχτ: Τα πάντα φαντάζουν γελωτοποιά, στιλβωμένα, τέλεια…»

Την ίδια άποψη έχει και ο κριτικός της Sueddeutsche Zeitung (29-30.9.2007) Πέτερ Λάουντενμπαχ: «Ο Ουίλσον διαρρηγνύει τη συγκινητικά αφελή πίστη ότι η Όπερα της πεντάρας είναι πολιτικό έργο… Αφαιρεί το κουκούτσι απ’ το θεατρικό έργο, κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορεί να του συμβεί. Το περιεχόμενο διαλύεται μέσα σε νούμερα όλο βιρτουοζιτέ, παρελαύνουσες φιγούρες του θεάτρου σκιών και σε όμορφες για το μάτι αλλαγές φωτισμού. Τα τζαζαρισμένα μουσικά «χτυπήματα» του Βάιλ και τα κυνικά καλαμπούρια του Μπρεχτ, που στη λίθινη εκείνη εποχή του πρώτου μισού του 20ου αιώνα επιδρούσαν σοκάροντας, γίνονται αντικείμενα της μοναδικής μεταχείρισης που θα μπορούσαν να τύχουν ακόμα σήμερα: Της επαγγελματικής διασκέδασης. Της πιο καθαρής βιομηχανίας του θεάματος.»

Και η Ιρένε Μπάτσινγκερ (Frankfurter Allgemeine Zeitung, 29.9.2007) υπερθεματίζει στην ίδια κατεύθυνση: «Ξεδοντιασμένη από τον Ουίλσον, που της έχει αφαιρέσει ανελέητα κάθε πολιτική αξίωση, η Όπερα της πεντάρας αναδύεται πλήρως ανανεωμένη και εκπληκτικά δροσερή μέσα απ’ την κομψή όσο και κυριαρχικά θυσιαστική μεταχείριση του: Ένας διασκεδαστικός μύθος των μεγαλουπόλεων από την εποχή που οι άνθρωποι κάπνιζαν αδιάκριτα παντού, έτρωγαν στο τραπέζι μέχρι να χορτάσουν χωρίς να υπολογίζουν θερμίδες και πήγαιναν στα μπορντέλα αντί ν΄ αναζητούν την απόλαυση τους στα κομπιούτερ.»


«Που πήγε το μαχαίρι;…»


Στο Tagespiegel.de (29.9.2007) έχουν όμως ακόμα ερωτηματικά: «Το πρεκαριάτο του Μπρεχτ ο Γουίλσον το αντιμετωπίζει σαν θεατρικό παιχνίδι με μαριονέτες και αναγκαία τίθεται ήδη το τόσο τυπικά γερμανικό ερώτημα: Τι απέμεινε απ’ το πολιτικό περιεχόμενο; Ο Μπρεχτ κι ο Βάιλ είχαν την αδιαντροπιά να σπάνε πλάκα στο έργο με την παθητική διαχείριση του κοινωνικού ζητήματος. Οι θεατές ένιωθαν καθυβρισμένοι – και τι μ΄ αυτό, παρακαλώ; Ο Ουίλσον δεν έστησε μια παράσταση για το πρεκαριάτο… ούτε για τη νομοθεσία Hartz IV… ούτε μια παράσταση ερωτική… Το όλο είναι μια πάρα πολύ μεγάλη δόση «ενιαίου έργου τέχνης» σε μεσαία επαγγελματική θερμοκρασία – ούτε καυτό ούτε παγωμένο… Και μπροστά στη σκηνή σκέφτεται κανείς: Που πήγε το μαχαίρι, η κοφτερή εξυπνάδα, η τραχιά ειρωνεία;»


Μακχίθ-βαμπ, κ.Πίτσαμ-καρχαρίας, Τζένι από γυαλί


Όλοι λίγο πολύ μένουν σύμφωνοι ότι αν από τους ηθοποιούς του Μπερλίνερ Ανσάμπλ ο Στέφαν Κουρτ ως ανδρόγυνος Μακχίθ είναι αξιοπερίεργος - μια «κούλ βαμπ», μια «ντόμινα» με «ξανθά, οντουλαρισμένα μαλλιά ως κλώνος της Μαρλένε Ντίτριχ, του Χανς Άλμπερς, του Γκούσταφ Γκρίντγκενς, μια αστραφτερή προνύμφη» (Tagespiegel.de) -, o σημαντικότερος ερμηνευτικά είναι ο Γίργκεν Χολτς ως κ.Πίτσαμ: Σύμφωνα με τον παραπάνω κριτικό, «αυτός [όχι ο Μακχίθ] είναι εδώ ο καρχαρίας με τα δόντια».

Η κριτικός του Spiegel online προχωρά περισσότερο: «Αν και ο Χολτς είναι βαμμένος με την ίδια λευκή κλοουνίσια μπογιά όπως κι οι υπόλοιποι, αν κι εκτελεί μέχρι κεραίας τις στιλιζαρισμένες χειρονομίες και στάσεις που του υπαγόρευσε ο Ουίλσον, μαζί του αισθανόμαστε ότι επιστρέφουμε σε μια σκηνοθεσία της Όπερας 30 χρόνια πριν. Ο Χολτς ως ένας απ’ τους ηθοποιούς που μεσουρανούσαν στις σκηνές της DDR προερχόμενος από τη σχολή των σκηνοθετών-μαθητών του Μπρεχτ όπως ο Μπένο Μπεσόν, ο Άντολφ Ντρέζεν και ο Χάινερ Μίλερ, έχει τον γνήσιο Μπρεχτ κατά κάποιο τρόπο χαραγμένο στα κόκαλα του. Μαζί του ακούει κανείς ακόμα τον τόνο των παλιότερων εποχών, τόσο αθυρόστομο όσο και ακριβή, με τις λέξεις να διατηρούν τη γεύση της κανονικής τους έννοιας. Με έναν ορισμένο τρόπο ο Χολτς υπονομεύει τη σκηνοθετική προσέγγιση του Ουίλσον και μας υπενθυμίζει αυτό που λείπει: Το ρέμπελο στοιχείο, τη βρωμιά, που η Όπερα της πεντάρας έκανε …πολιτικό.»

Όσο για την κορυφαία στιγμή της παράστασης, όλοι συμφωνούν ότι είναι το σόλο που τραγουδά η Άνγκελα Βίνκλερ ως Τζένι, έχοντας προδώσει για δεύτερη φορά τον Μακχίθ: Με φωνή τρεμουλιαστή, ξεδιπλώνοντας έναν ήχο σαν πριόνισμα, ένα θολό βιμπράτο. «Δεν καταλαβαίνεις λέξη από το τραγούδι, αλλά η φωνή της φαίνεται ν΄ αφομοιώνει τα πάντα και να δημιουργεί για λίγα λεπτά έναν ονειρικό κόσμο από γυαλί.»


«Δεν καταλαβαίνεις λέξη…»


Η ερμηνεία της Βίνκλερ στο «Τραγούδι του Σολομώντα» ήταν όντως συγκλονιστική. Το κλειδί, όμως, του σκηνοθετικού «αγγίγματος» της Όπερας αλά Ουίλσον βρίσκεται στη φρασούλα: «Δεν καταλαβαίνεις λέξη από το τραγούδι…» Να θυμηθούμε τη βασική υπόδειξη Μπρεχτ και συνθετών του για την ερμηνεία των θεατρικών τραγουδιών; Οι λέξεις να προφέρονται ξεκάθαρα, οι στίχοι να «ακούγονται», η μουσική κι η ερμηνεία να τους υπηρετούν, όχι το αντίθετο.

Συμφωνώ απολύτως με την ουσία της παρατήρησης της Σωτηρίας Ματζίρη, που μαζί με το Θόδωρο Παρασκευόπουλο έχουν πρώτοι μεταφράσει τα τραγούδια στα ελληνικά, ότι «ευτυχώς που (ο Ουίλσον) δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι η ελληνική μετάφραση των τραγουδιών, αποδίδοντας μονάχα την περίληψη τους και αυτό στο περίπου, μας στέρησε τη χαρά του μισού έργου» (Ελευθεροτυπία, 30.1.2010). Πιστεύω ωστόσο ότι αυτό δε θα τον στενοχωρούσε ιδιαίτερα. Την «καταστροφή στα ελληνικά» των τραγουδιών των Μπρεχτ-Βάιλ θα την προσέθετε μάλλον στο αυθόρμητο «αποτέλεσμα αποστασιοποίησης» που πετυχαίνει μέσω μιας καθαρά φορμαλιστικής σκηνοθετικής προσέγγισης.

Έτσι στην Αθήνα μείναμε να γιορτάζουμε την ανανέωση του μπρεχτικού πνεύματος μέσω του Ουίλσον, αφήνοντας τους πολύ πιο έμπειρους Γερμανούς να διατυπώνουν χωρίς ταλαντεύσεις, μαζί με το Spiegel online, το καθ’ ημάς ανείπωτο: «Το Βερολίνο βρήκε επιτέλους το Musical-Hit που τόσο καιρό περίμενε».

------------------------------------------------------------------------

* Όπως σημείωσε blogger, οι Μπρεχτ και Βάιλ μπορεί να έγραψαν την Όπερα της πεντάρας, αλλά στην Αθήνα ήρθε ως «όπερα της εκατοπενηντάρας»…


Δεν υπάρχουν σχόλια: