Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Η Σταύρωση του Νίκου Καζαντζάκη


της Ελένης Κατσουλάκη*


1965. Καθισμένη στο μπαλκόνι του πατρικού μου σπιτιού στα Χανιά, αγνάντευα από μακριά την γαλάζια καπριτσιόζα θάλασσα ξαπλωμένη νωχελικά στα πόδια του βουνού φλερτάροντας ξεδιάντροπα με τις χρυσές ανταύγειες του ντροπαλού, ξανθού ήλιου. Δροσερό αεράκι φυσούσε κι αγκάλιαζε με τρυφεράδα τα καΐκια, τις ψαρόβαρκες και τους μουσκεμένους στον ιδρώτα χαμάληδες που πηγαινοερχόταν στο ενετικό μουράγιο φορτωμένοι με βαριά λιγδωμένα καφάσια από ψάρια και δίχτυα.

Ο νους μου, ανυπότακτος αντάρτης, περιπλανιόταν σε μακρινά ανερεύνητα ακρογιάλια κι η καρδιά μου φουρτούνιαζε. Στην ποδιά μου κρατούσα δυο βιβλία: Τον καπετάν Μιχάλη και τον Τελευταίο πειρασμό. Σαν διψασμένος ορειβάτης ρουφούσα με δονκιχωτική λαχτάρα τις πυρωμένες λέξεις του Καζαντζάκη και ανατρίχιαζα σαν έμπαινα στα στήθια του φουρτουνιασμένου Κρητικού που πάλευε να λευτερωθεί από την σκλαβιά του βάρβαρου Σουλτάνου.

Ξαφνικά, η αυστηρή μορφή ενός καλόγερου του Άγιου Όρους ξεπετάχτηκε σαν φάντασμα εμπρός μου. Ήταν ένας ψηλόλιγνος, μουσάτος κληρικός με αετίσια ρασπούτικα μάτια που νοίκιαζε ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο. Πάντα ταξίδευε σ’ όλους τους ελληνικούς ορίζοντες πουλώντας θαυματουργό χώμα από τα Ιεροσόλυμα παρμένο μέσα από τον τάφο του Χριστού για φυλακτά και θεϊκά γιατροσόφια.

Μονομιάς άρπαξα τα βιβλία και τα ‘χωσα κάτω από τα ρούχα μου. Σίμωσε κοντά σουφρώνοντας τα παχιά του φρύδια και με μια γρήγορη κίνηση τα παίρνει στα χέρια του. Οι φλέβες στα μηλίγγια του φούσκωσαν και ανατινάχτηκε σαν να τον δάγκωσε φίδι.

- Ντροπή σου αμαρτωλή να διαβάζεις τα βρωμερά τούτα βιβλία του βλάστημου αντίχριστου Κρητικού που ρεζίλεψε τους ηρωικούς αγώνες της Κρήτης και μασκάρεψε τα ιερά και όσια της εκκλησιάς μας. Αφορεσμένος νάναι σε όλους τους αιώνες αμήν.

- Μα ο Χριστιανισμός κηρύσσει αγάπη, τόλμησα να διαμαρτυρηθώ. Ο Καζαντζάκης πόνεσε την αλυσοδεμένη ψυχή της έρημης Κρήτης και αγάπησε τον Χριστό.

Ο μοναχός χλιμίντρησε σαν αγριομούλαρο. Έφτυσε καταγής φουρτουνιασμένος. Αφρισμένα σάλια τρέχανε από το στόμα του. Βράχνιασε η φωνή του.

- Ο διάολος να μπει μέσα σου. Σ’ εσένα και σ’ αυτόν τον τσαρλατάνο που σε ξεμυάλισε. Διάολε στην κοκάλα του. Ποτέ να μην λιώσουνε, Αμήν!

Έφυγε τρομαγμένος σαν λιποτάχτης πηδώντας δυο-δυο τα σκαλιά για να γλιτώσει από την λέπρα της τυπωμένης απαγορευμένης σκέψης του Σατανά.

Αργότερα έμαθα από τον πατέρα μου πως ο αγιασμένος τούτος καλόγερος είχε σκοτώσει για περιουσιακά ένα νέο παλικάρι σε κάποιο χωριό στο Ρέθυμνο και πήγε στο Άγιο Όρος να γλιτώσει τη δικαστική τιμωρία. Μια μέρα ο πιστός μοναχός αποπλάνησε τον αγαθό θεοφοβούμενο δεκαοχτάχρονο μαθητή που έμενε στο διπλανό δωμάτιο του σπιτιού μας και τον παρέσυρε κρυφά στο Άγιο Όρος. Η αστυνομία τον βρήκε μετά από καμπόσους μήνες και τον γύρισε πίσω στο χωριό του. Η εκκλησία και η τοπική αστυνομία μας έστειλε προφορικό ραβασάκι να σφραγίσουμε το στόμα μας. Εγώ που είχα τον καλόγερο στην μπούκα του τουφεκιού και δεν έχαβα τα ευλογημένα γιατροσόφια του και τα παραμύθια του, το ‘κανα κουδούνια σε όλους τους μαχαλάδες και κοντογειτονιές.

Μια μέρα η απλοϊκή μάνα μου που λάτρευε τυφλά τον Χριστό και σταυροκοπιόταν με δέηση σαν θωρούσε εκκλησιά η παπά, μου ‘σκασε το μυστικό.

- Αχ κοπελιά μου, χάλασε ο κόσμος. Σύντομα θα ‘ρθει η Δευτέρα παρουσία!

- Ίντα έγινε μάνα, την ρωτώ με μια σταλιά ειρωνείας. Εγώ δε φοβούμαι. Έχω κλείσει θέση στον παράδεισο!

- Μας καταράστηκε ο Μεγαλοδύναμος και άφησε το Σατανά να μας πιάσει στη φάκα. Ο παπά-Γιώργης της εκκλησιάς μας ξεπαρθένεψε τρεις κοπελιές του γυμνασίου! Ο Διάβολος κόρη μου τον παράσυρε. Αχού, αχού τι κακό μας βρήκε!

- Τον διώξανε;

- Όχι, βέβαια, τούτα τα πράγματα πρέπει να μείνουμε κρυφά, να μην έρθει το κακό πνεύμα και μπει μέσα και σε άλλους άγιους ανθρώπους. Ο Θεός να μας φιλάει από τον «έξω από δω»!

Από κείνη την μέρα κάτι μέσα μου θρυμματίστηκε και έγινε χίλια κομμάτια. Ένα-ένα τα χάρτινα, φανταχτερά παραπετάσματα του Βιβλικού παραμυθιού ξεσχίστηκαν και η φοβερή μάσκα της αλήθειας με κατατρόμαξε. Πήγαινα κάθε μέρα στη βιβλιοθήκη και ρουφούσα με λαιμαργία την ανυπόταχτη ορμητική σκέψη του Καζαντζάκη και ανέπνεα την δυνατή μυρωδιά της ταραγμένης οδοιπορίας του στην άβυσσο. Μοιράστηκα χωρίς όρια και συμπόνια τον εσωτερικό, αβάσταχτο πόνο του. Τίποτα δεν αγάπησα, θεοποίησα και σεβάστηκα στην ζωή μου περισσότερο από την βασανισμένη διγενική σκέψη του μεγάλου Καστρινού. Η σκέψη του, θεριό ανήμερο μπήκε στις φλέβες μου και ρούφηξε το αίμα μου αλύπητα και ο μηδενισμός του ξεκοκάλισε κάθε ίνα της νεανικής μου λαχτάρας. Σαν τον Καζαντζάκη, άρχισα να βλέπω σε κάθε πρόσωπο το θάνατο. Η ματαιότητα του χωματένιου ανθρώπου μου ‘σπασε τις βυζιάρικες φτερούγες μου. Άρχιζα κι εγώ να βλέπω όλα τα αποπλανητικά φτιασίδια του κόσμου και τις αξίες με το μικροσκόπιο.

Παλικαρίσιος πρωτοψάλτης βίασε όλες τις αραχνιασμένες ιδέες του κόσμου και τις έκανε μαντινάδες στη λύρα του πνεύματος. Άγριος διψασμένος Μινώταυρος κατασπάραξε χωρίς έλεος τ’ απατηλά κουβάρια της οργανωμένης , καλόβουλης Θεϊκής ύπαρξης και περπάτησε σε απάτητα, κακοτράχαλα άγνωστα μονοπάτια και τα ‘κανε ποίηση. Ασκητικός, μοναχός, κουβαλώντας μέσα του την σαρκοβόρα ερημιά της λεύτερης σκέψης άφησε τα αντρίκεια χνάρια του στη γη σαν ένας πολυταξιδεμένος Οδυσσέας που ‘ψαχνε με απελπισία την ανώτατη μορφή της αλήθειας. Η παρθενική μαντινάδα που τραγούδησε στην κορφή του κόσμου με μια δοξαριά ήταν μια ολοκλήρωση του χωματένιου ανθρώπου της γης, γιατί ο αλλόκοτος τούτος τροβαδούρος ήτανε όλα μαζί: και στίχος και μουσική.

Η θεϊκή μορφή του Χριστού τον είχε συναρπάσει από μικρό παιδί. Μα η απλοϊκή επεξήγηση του Ευαγγελίου γέννησε αβάσταχτες πνευματικές απορίες που τον τυραννούσαν χωρίς συμπόνια.. Χούφτιασε το ανυπότακτο μυαλό του με αντιφατικές ιδέες κι εμπειρίες κι έσπασε τις πατροπαράδοτες αλυσίδες της σκλαβωμένης σκέψης, παίρνοντας τον κακοτράχαλο ανήφορο να λευτερώσει την ύπαρξη του Θεού. Και ψάχνοντας ν’ αγγίξει την βουνοκορφή της αλήθειας μετουσίωσε την ύλη σε πνεύμα και με την ορμητική του δημιουργία συμφιλίωσε τις αντιμαχόμενες φωνές που ούρλιαζαν μέσα του ανάμεσα στην ζωή και το θάνατο, στη σύνθεση κι αποσύνθεση.

Αντάρτικος, αχαλιναγώγητος Ευαγγελιστής, πάλεψε τον Θεό με την ελπίδα να χάσει, ενώ η κοινωνία πάλευε το διάβολο με την ελπίδα να κερδίσει. Για τον Καζαντζάκη η υπέρτατη αρετή του ανθρώπου ήταν η ευθύνη και ο αγώνας. Ο Χριστός έχει δυο υποστάσεις ανθρώπινη και Θεϊκή και σαν άνθρωπος αγωνίσθηκε να σώσει την ύπαρξη του αρρωστιάρικου Θεού. Ο Χριστός σταυρώθηκε όχι μόνο για να σώσει τον άνθρωπο αλλά για να σώσει και το Θεό. Με την σταύρωση του ο Χριστός βασανίστηκε να υποτάξει όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες και τελικά το δυναμικό πνεύμα του νίκησε την ύλη. Ο Θεός σπαρτάρισε από την νίκη του Χριστού, μεγάλωσε, αναζωογονήθηκε και σώθηκε. Μα δεν υπάρχει πιο βασανιστική αιμοβόρα μοναξιά από την μοναξιά της σκέψης -- ο πιο φρικτός ανήλεος πόνος του σκεφτόμενου ανθρώπου.

*
Η Ελένη Κατσουλάκη, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κατάγεται από τα Χανιά της Κρήτης. Τελείωσε το Κολλέγιο Δημοσιογραφίας στην Αθήνα και εργάζεται ως ελεύθερος δημοσιογράφος από το 1960 ενώ τελευταία δημοσιεύει στην εφημερίδα National Herald της Αμερικής όπου διαμένει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: