Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Μια βρεγμένη βαλίτσα έκρυβε τον θησαυρό του Εμπειρίκου


Ο ερωτικός, ο μαχητικός, ο άγνωστος ποιητής ήταν «χαμένος» σε ένα μουσκεμένο υπόγειο και ήρθε η ώρα να εκδοθεί, λέει στη δημοσιογράφο Βίκυ Χαρισοπούλου για την εφημεριδα «Τα Νέα», ο γιος του Ανδρέα Εμπειρίκου, Λεωνίδας.

«Να πάρει η ευχή»... Ηταν άνοιξη του 1974 όταν ο 73χρονος Ανδρέας Εμπειρίκος αναζητούσε εναγωνίως στα συρτάρια και τις αποθήκες του σπιτιού του, στο Κολωνάκι, τα προ του 1935 κείμενά του, προκειμένου να τα εντάξει σε συλλογή. Του έλειπαν δύο ποιήματα του Σεπτεμβρίου του 1933: «Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου» και «Τη 2η μέρα του Σεπτέμβρη».

«Να πάρει η ευχή», επανέλαβε ο 49χρονος Λεωνίδας Εμπειρίκος ένα απόγευμα του 2006 (31 χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του και πέντε μόλις ημέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του Βιβίκας) όταν ανέσυρε ύστερα από το πλημμυρισμένο από τις βροχές υπόγειο του σπιτιού τους δέκα βαλίτσες γεμάτες ξεχασμένα χειρόγραφα. Ηταν οι βαλίτσες της γιαγιάς Στέπκας, στις οποίες η ρωσικής καταγωγής Στεφανία (μητέρα του Ανδρέα Εμπειρίκου) φύλασσε τα κείμενα αλληλογραφίας και άλλα χειρόγραφα των παιδιών της.

«Δεν περιμένω να βρω άλλο υλικό από τα έργα του... Με την αποκάλυψη αυτών των κειμένων και μάλιστα με τον τρόπο που έγινε, νομίζω ότι ολοκληρώθηκε το σύνολο του έργου του», δηλώνει στα «ΝΕΑ» ο ιστορικός Λεωνίδας Εμπειρίκος, ο μοναδικός απόγονος και διαχειριστής του πνευματικού έργου του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Τέσσερα χρόνια μετά, βλέπετε ως «μοιραίο» ή απλώς τυχαίο το γεγονός αυτής της τύπου «φιλμ νουάρ» ανακάλυψης;

Είναι ιδιαίτερα όλα αυτά. Ο θάνατος της γιαγιάς, του πατέρα, της μητέρας, τα «κρυμμένα μυστικά», η πλημμύρα και μόλις πέντε μέρες μετά οι δέκα βαλίτσες στο υπόγειο... Ομως, ήταν hazard objectif- αυτό που λέμε αντικειμενικά τυχαίο. Με τη συλλογή που ετοιμάζεται ήδη θα έχει ολοκληρωθεί η δημοσίευση των έργων του. Εξέδωσε πολύ λίγα κείμενά του εν ζωή. Αντιμετωπίστηκε ως ακραία μορφή λόγω του ερωτισμού των έργων του. Είχε εξάλλου μια ολιστική αντίληψη για την ποίηση ως σύνολο των εκφάνσεων τέχνης και ζωής. Ο ίδιος θεωρούσε ποίημα και μια φωτογραφία, μια μαγνητοφωνημένη συζήτηση μ΄ έναν φίλο (έχει τέτοιες αρκετές στο αρχείο του) ή ένα μουσικό κομμάτι.

Ηταν το ίδιο «δύσκολος» ως πατέρας , ως άνθρωπος;

Ηταν ένας πολύ καλός, πολύ ήρεμος (ενίοτε με εκρήξεις), πολύ χαρούμενος, πολύ αγαπητός άνθρωπος. Τουλάχιστον στα χρόνια που μπορώ εγώ να γνωρίζω, να έχω μνήμες. Τον γνώρισα όμως στα τελευταία 18 χρόνια της ζωής του. Ηταν ήδη αρκετά μεγάλος όταν γεννήθηκα. Οχι, καθόλου δεν νιώθω ως «βαρύ» το όνομα και την ιδιότητα ως γιου του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης των Απάντων του πατέρα σας, πέραν του έργου του μελετητή, έχετε προσωπικά αγαπημένο έργο;

Αδιαμφισβήτητα την «Οκτάνα». Από τα τελευταία έργα του (η γραφή της ολοκληρώθηκε το 1965 και πρωτοκυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του, το 1980).

Στην εκδήλωση των Εκδόσεων Αγρα, που φιλοξενήθηκε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με αφορμή τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου και την κυκλοφορία δύο τόμων με το απρόσμενα, «απρομελέτητα» ευρεθέν στις πλημμυρισμένες βαλίτσες υλικό (Ανδρέας Εμπειρίκος «Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και τη μητέρα, 1921-1935, σελίδες 275 και «Περί σουρρεαλισμού - Η διάλεξη του 1935, σελίδες 96), ο εκδοτικός οίκος και ο γιoς του Λεωνίδας υπήρξαν γενναιόδωροι.

Στην είσοδο περίμενε όλους τους ακροατές μια δεκαεξασέλιδη- εκτός εμπορίου- έκδοση με το πιο «ένδοξο» (ως «μυθικό» το αναφέρει ο Ελύτης) ποίημα του Εμπειρίκου «Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου». Ενα κείμενο 118 στίχων που συνοδευόταν από επίμετρο του καθηγητή-συγγραφέα και επιμελητή του έργου του Εμπειρίκου Γιώργη Γιατρομανωλάκη. Το ποίημα γράφτηκε τον Σεπτέμβρη του 1933 στο Μπογιάτι Αττικής (όπου βρισκόταν το κτήμα της οικογένειας και αποτελούσε- όπως και η γενέθλια Κριμαία, η Ανδρος και η Λωζάννη- αγαπημένο τόπο διακοπών του Ανδρέα Εμπειρίκου).

Ο δε Λεωνίδας Εμπειρίκος επιφύλασσε στους ακροατές του εν Θεσσαλονίκη μια ακόμη προσφορά. Ως αντίδωρο ίσως στην προ 37 ετών ενθουσιώδη υποδοχή του πατέρα του από φοιτητές και καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου όπου- εν μέσω χούντας- έδωσε διάλεξη για το έργο του. Και διάβασε ένα ακόμη αδημοσίευτο ποίημα του πατέρα του, από αυτά που ανακάλυψε στο πλημμυρισμένο υπόγειο του Κολωνακίου. Το ποίημα φέρει τον τίτλο «Τη 2η μέρα του Σεπτέμβρη», ημέρα γενεθλίων του Ανδρέα Εμπειρίκου (το 1901 στην Βραΐλατης Ρουμανίας).

Μαζί με «Το θέαμα του Μπογιατίου» συνθέτουν την ενότητα «Μπογιατίου» και θα κυκλοφορήσουν, με άλλα γραμμένα πριν από το 1935, από τις Εκδόσεις Αγρα υπό τον γενικό τίτλο «Προϊστορία ή καταγωγή» -τίτλο που είχε δώσει ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος όταν συγκέντρωσε λίγους μήνες πριν από τον θάνατο του το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κειμένων με σκοπό να τα εκδώσει.

«Καταλύσαμε την τυραννίδα του σάπιου καναπέ...»

Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος παραχώρησε για πρώτη δημοσίευση στα «ΝΕΑ» αποσπάσματα από τους δεκάδες στίχους του αδημοσίευτου ποιήματος.

«Τη 2η μέρα του Σεπτέμβρη/ που φτάσαμε στ΄ απομεινάρια του πατρικού χτημάτου μας Μπογιάτι. Η μέρα ήτανε όμορφη κι επίσης ο κάμπος, το δάσος, η Πάρνις και η Πεντέλη/ Κι ένας ευχάριστος αέρας - εδώ κάνω μια ρίμα προς διασκέδασιν μου-/ Μας δρόσιζε τα μέλη.

Αμέσως αντικρύσαμε σ΄ όλη του την ασχήμια/ τον φρικαλέο δεσπότη αυτού του χώρου/ τον παλαιό, τον κόκκινο, τον σάπιο καναπέ/ να εξουσιάζει μες τη μούχλα, τον σκόρο και το σκότος.Έντονα

Κι έτσι στο τέλος μιας ζωής πολλών δεκάδων χρόνων/ Ο σάπιος καναπές ες κόρακας εστάλη.

Τώρα όλα είναι μπορετά/ αφού την δεύτερη μέρα του Σεπτέμβρη, και την πρώτη της αφίξεως μας στο Μπογιάτι/ Καταλύσαμε την τυραννίδα του σάπιου καναπέ.

Κι ανοίξαμε επιτέλους ορθάνοιχτα τα τζάμια.

Μπογιάτι, 3 Σεπτεμβρίου 1933»

πηγή tvxs.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: