Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΙΩΤΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ Ένα βιβλίο του Θανάση Γ. Κορακάκη

«Πέρα ακουμπιστά στο Σκοπευτήριο

η γειτονιά η ατίθαση

έσκυψε πάνω από τη μάντρα

πρώτη να φωνάξει το «παρών».

Η γειτονιά η αδούλωτη

ποτέ δεν κοιμάται

Σαν είναι αγώνας

Έτοιμο πάντα αγρίμι

των διωγμών.

Πάντα ξενύχτισσα

στη Λευτεριά και

στον Αγώνα.

(Γιώργος Σιδέρης 1919-1998)

Ένα βιβλίο κυκλοφόρησε τούτο το μήνα, από χέρι σε χέρι πρώτα, θαρρείς από συνήθεια στις παράνομες προκηρύξεις, εκεί στ’ ανατολικά προάστια, κυρίως στις συνοικίες κάτω από το χάραμα του Υμηττού, ανάμεσα στη μοσχοβολιά αλλά και τους νερατζανθούς της κάθετης χορδής του τόξου της οδού Εθνικής Αντίστασης που τον καρφώνει στην καρδιά.

«Οι συγγραφείς που παρουσιάζουμε είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου. Όλοι αυτοί θα ζουν μέσα από τα βιβλία που μας άφησαν, μες στα οποία μας μεταφέρουν τα βιώματά τους. Οι γνώσεις και οι μνήμες όλων αυτών είναι η συνισταμένη που αποτελεί τη συγκολλητική ουσία της συλλογικής μας μνήμης. Αυτή που μας βοηθάει να κατανοήσουμε την καταγωγή και την πορεία αυτής της γειτονιάς», γράφει ο Θανάσης Κορακάκης, παρουσιάζοντάς μας ένα ενδεικτικό μωσαϊκό της κληρονομιάς τους. Και, η γνωστή της μετεμφυλιακής γενιάς συγγραφέας Κατερίνα Γλυκοφρύδη θα πάει πιο πέρα από τις μνήμες, στ’ όνειρο:

«Ονειρεύομαι μια εποχή που θα συναντηθούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τη φύση και όχι με τους δολοφόνους της. Και βέβαια εννοώ όση θα έχει απομείνει και με όλα τα ερείπια των ιδανικών μας πάνω της»...

Και για του λόγου το αληθές, πάμε στον 17ο αιώνα, όταν ο Εβλιά Τσελεμπί (1610-1682.Ταξίδι στην Ελλάδα. Εκδόσεις Εκάτη.) περιγράφει τον Υμηττό.

«Το Ντελή Νταγ και η θαυμάσια χλωρίδα του»

Με τ’ όνομα Ντελή Νταγ (Τρελοβούνι) είναι γνωστό το βουνό στους Ρωμιούς, τους Άραβες και τους Πέρσες. Από την κορυφή του διακρίνεις καθαρά από τη μια μεριά το λιμάνι Εγριμπόζ (Πειραιάς) κι από την άλλη τον κόλπο της Χερσονήσου (του Μοριά) και το λιμάνι της Ινεμπάχης (Ναυπάκτου) που παρομοιάζεται με τον Κεράτιο Κόλπο...

Στις πλαγιές αυτού του βουνού φυτρώνουν τα πιο πολύτιμα φυτά, μπαχαρικά, χόρτα και βότανα της γης. Μερικά τόσο σπάνια που δεν ευδοκιμούν πουθενά αλλού.

Αν θελήσεις να ανηφορίσεις στις πλαγιές του την άνοιξη, θα σε πάρει η μυρωδιά απ’ τις χιλιάδες ευωδιές των λουλουδιών του. Εκεί φυτρώνει τουτ-αγαντζί (συκαμινιά), κρίνοι, μενεξέδες, μισ-ρουμί (ελληνικός μόσχος), ζερνεκαδέδες (νάρκισσοι), βασιλικοί, φουλ(χρυσονάρκισσοι), σάκα ικ (ανεμώνες), ζελε-ζερίν-καντέχ (φρέζες) κ.ά.

Να πώς περιγράφει και τον βέρο Καισαριανιώτη ζωγράφο χαράκτη Γιώργο Σικελιώτη, ο κολλητός του Γιάννης Σιδέρης, παιδί Μικρασιατών που γεννήθηκε στην Αθήνα το 29. Εργάσθηκε στον Δήμο Καισαριανής σαν υπάλληλος από το '57 έως το '73. Γράφει ποίηση και πεζά, τέχνη στην οποία θητεύει από τις αρχές του 60 και τον κάνει γνωστό. Χειρίζεται τη γλώσσα έξω από πλαίσια κανόνων χωρίς δογματισμό, με τη γονιμοποίηση και τον εμπλουτισμό της καθομιλουμένης, ανασύροντας δήθεν καθαρευουσιάνικες εκφράσεις και αποδεικνύοντας ότι η νεκρή γλώσσα (καθαρεύουσα) έχει ζωντανά και χρήσιμα στοιχεία που μπορούν να δώσουν μουσικότητα στην αφήγηση, μας λέει ο Θανάσης Κορακάκης. Στο αφήγημα του

«Σικελιώτης ο Μέγας», ένα απ’ τα πολλά, φιλοτεχνεί με τα δικά του ζωηρά χρώματα, μαζί με τον ζωγράφο, και τις κοινωνικές του ευαισθησίες. Το πορτραίτο της Καισαριανής της εποχής: « Ο ζωγράφος Γιώργος Σικελιώτης, όταν δούλευε, είχε δίπλα του αγκωνάρια από πέτρες και τούβλα, χαρμάνια από λάσπη οικοδομών και κρατούσε πηλοφόρι αντί για παλέτα. Τα πινέλα του ήταν αρκετά μεγάλα, σαν τα ηλεκτρικά καλώδια και τους υδραυλικούς σωλήνες, είχε δηλαδή ό,τι του χρειαζόταν, γι’αυτό κι οι ζωγραφιές του έχουν κάτι το κτιστό, το τοιχογραφικό. Τακτική ενός νοικοκύρη ιδαλγού αλλά και κατασταλάγματα βαθιάς επεξεργασίας και βασάνου"...

Ο πολυδιαβασμένος και αναγνωρίσιμος της (Καισαριανιώτικης) συντροφιάς των μετεμφυλιακών αγώνων, ανασυγκρότησης του τόπου είναι ο Μάριος Χάκκας (1931-1972). Έφυγε ξαφνικά μέσα στη χούντα και άφησε στο λιγοστό έργο του όλη την αγωνία και πικρία του γι’αυτόν τον τόπο. Βαθύς γνώστης της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής του, καθημερινός, προσιτός συμμετείχε στα κοινά έχοντας γνώμη αλλά και πολλές απορίες. Είχε όλα τα εχέγγυα να βάλει (και το έκανε με επιτυχία) όσο βαθιά ήθελε το νυστέρι της κριτικής και του σαρκασμού του μας λένε όσοι τον έζησαν. Στα έργα του γυροφέρνει συνέχεια την Καισαριανή. Χαρακτηριστικό κομμάτι του:

"...Καισαριανή του βερεσέ, του μπακάλη και του παπαζωτό για τα μαλλιά, πέθανες πια... του κοπροφάγου Μουκούτσου (τον είδα να τρώει τα περιττώματα του αντί κατοχικού κατοστάρικου ακουμπώντας στο πεζούλι του γηπέδου), αυτός ο μετέπειτα ρουφιάνος και τρομοκράτης και για τις δυό παρατάξεις... Τώρα Καισαριανή, γριά τσατσά... σοβαντίζεις τα τελευταία ίχνη πολυβολισμών στο μέτωπό σου, σα γέρικο σκυλί που γλύφει τις πληγές του... τσαλαπατημένη, τσακισμένη, εξουθενωμένη...(Ο μπιντές -Κέδρος 1970)".

Κι από τις νεότερες, μια που κατέβηκε από λάθος στην στάση της Καισαριανής στη δεκαετία της μεταπολίτευσης και του νυχτερινού γυμνασίου και ζυμώθηκε στον πηλό της, την αγάπησε και ρίζωσε. Η Ελένη Μπάλιου. Ψηλαφίζει «στις περιγραφές των ανθρώπων που απέμειναν, στις σκιές των στενών και στον τσιγαρισμένο άνηθο στα παλιά κουζινάκια. Στα ενοχλημένα πρόσωπα των γερόντων που επίμονα κρατούν τη θέση τους στον δρόμο. Από στιγμή σε στιγμή θα στηθεί και το τραπεζάκι με τον μεζέ. Ομελέτα με συκωτάκια και μουσική που θα ξεχυθεί στα κρυμμένα τετράγωνα... Κρυμμένα! Το μέλλον ποδοβολώντας πλησιάζει σαν εφιάλτης. Η Καισαριανή της «αντίστασης» βάλλεται τώρα από μια ύπουλη και παραπλανητική επίθεση του εκσυγχρονισμού. Η ταλαιπωρημένη πόλη γονατίζει...».

Η Δέσποινα Φωτεινού, γεννημένη στο ρέμα της Καισαριανής «κοιτάζοντας κατάμουτρα τον Υμηττό στη αριστερή μεριά της Καισαριανής, πέντε δρόμους πίσω απ’ την πλατεία κι ένα δρόμο πριν το ρέμα» ήταν το τετράγωνο 32: «τα σκατουλάδικα» όπως τα 'λεγαν οι δεξιά από την πλατεία κάτοικοι.

«Τα σπίτια πλίθινα, ένα δωμάτιο δηλαδή για πέντε-έξι άτομα. Κόπος και ίδρώτας για να χτιστούν, με τα χέρια τους το χτίσανε. Απ' τη Μικρασία όλοι, Βουρλά, Συβρισσάρι, Κουκλουτζά, Σμύρνη. Πλίθινα δωμάτια, το ένα δίπλα στ' άλλο. Κεραμίδια που τον χειμώνα τρέχουν...». Εκεί μεγαλώνει, εκεί παντρεύεται, εκεί γεννάει τα παιδιά της. Στην εφταετία ξεσπάει γράφοντας την καθημερινότητά της και τις θύμησές της ολοζώντανες, με μια άμεση γλώσσα, φυσική ντοπιολαλιά. «Οι φίλοι μου μου χάρισαν ένα τετράδιο κι ένα μολύβι...». Και ο εκδοτικός οίκος όπου οι φίλοι την έσυραν το καλοδέχθηκε. Έτσι, από τις εκδόσεις Οδυσσέας το 1979 γεννιέται το πρώτο βιβλίο της «παιδί της» όπως το λέει, το «Τετράγωνο 32».

Περιγράφει μιαν εποχή που πέρασε. «Τις Κυριακάδες κουλτουριάρηδες, μορφωμένοι, έρχονται, τραβάν φωτογραφίες τα πλινθόκτιστα, τα κεραμίδια, τις αυλές, τις γιαγιάδες που πλέκουν. Ο κόσμος γιόμισε πολυκατοικία και φτιασίδια. Όλα γίνονται πίσω από τις κλεισμένες πόρτες... Και τα ταβερνάκια της γειτονιάς μας ορεκτικό για συζήτηση κουλτούρας...".

Όπως όμως μας δηλώνει, ίδια πάντα, «τούτο δανά το βιβλιαράκι λογοτεχνική επίδειξη σκοπό δεν έχει να κάνει... Κι όσο για το καλάμι καβαλικεμένο δεν το 'χω για τα γραφούμενά μου... Μνημόσυνο αγάπης στα παιδικά μου χρόνια θε να κάνω. Και για εκείνους που αγάπησαν τον τόπο τούτο και παιδιά του δώσαν και ιδρώτα. Και λίπασμα το κορμί τους στη γη...».

Δεν υπάρχουν σχόλια: