Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Έχω τα τραγούδια, βάζεις την ταινία;

Η μετάλλαξη του κινηματογραφικού soundtrack σε συλλογή κομματιών.


Τι σημαίνει κινηματογραφικό soundtrack; Είναι οι στοιχειωτικές μελωδίες του Bernard Hermann στις ταινίες του Hitchcock, οι ηχογραφήσεις του καταλόγου των ABBA με το καστ του Mamma mia!, τα έντεχνα παζλ επιρροών και ειδών που συνθέτει ο Quentin Tarantino για τις ταινίες του ή οι indie rock συλλογές της Alexandra Patsavas για το Twilight;

Όλα τα παραπάνω προφανώς, αλλά καθώς το soundtrack βαδίζει στο 65ο έτος της ζωής του, ταυτίζεται όλο και περισσότερο με την έννοια της συλλογής. Κι ενώ ουδείς αμφισβητεί την καλλιτεχνική αξία μιας σύνθεσης του John Williams (με τα αμέτρητα Όσκαρ του και την εμβληματική του μουσική για το Star wars να εγγυώνται τη φήμη του στο πέρασμα των δεκαετιών) ή του Curtis Mayfield (που με τα κομμάτια του για το Superfly καθόρισε το είδος του blaxploitation), πολλοί είναι εκείνοι που δεν θα αναγνωρίσουν ποτέ ως τέχνη αυτό που κάνουν άνθρωποι σαν την Patsavas. Η μουσική βιομηχανία πάντως αποφάσισε, θεσπίζοντας ξεχωριστή κατηγορία στα βραβεία Grammy από το 2000, αποκλειστικά για τέτοιου είδους συλλογές. Εξάλλου, οτιδήποτε μένει στάσιμο είναι καταδικασμένο να εκλείψει, κι έτσι το soundtrack εξελίχθηκε με το πέρασμα των δεκαετιών στο μεγίστης σημαντικότητας μέσο που είναι σήμερα.

Η γένεση
Το 1946 η MGM Records είχε τη φαεινή ιδέα να συνοδεύσει την έξοδο του βιογραφικού μιούζικαλ Till the clouds roll by στις αίθουσες (για τη ζωή του συνθέτη Jerome Kern) με την ταυτόχρονη εμπορική κυκλοφορία τεσσάρων 10ιντσων δίσκων που περιελάμβαναν οχτώ επιλεγμένα τραγούδια από την ταινία. Έστω και σε αυτή την πρωτόλεια μορφή, το κινηματογραφικό soundtrack είχε μόλις γεννηθεί. Στις δεκαετίες που θα ακολουθούσαν, αυτό το συνοδευτικό άλμπουμ θα γινόταν κυκλοφορία ολοένα και πιο απαραίτητη, έννοια ολοένα και πιο δεδομένη. Για να φτάσει, κυρίως μέσα από έκρηξη δημοφιλίας του format στα ’90s, να μετατραπεί σε εμπορική κυκλοφορία σχεδόν ανεξάρτητη της ταινίας που συνόδευε, και σταδιακά σε απόλυτο μέσο ανάδειξης νέων μουσικών ηρώων.
Σταδιακά, επειδή οι συνθήκες για το φαινόμενο Twilight (και μιλάμε για τη μουσική του διάσταση τώρα) δεν δημιουργήθηκαν εν μιά νυκτί. Το 1967 οι Simon & Garfunkel έφθασαν στην τελειότητα με τον Πρωτάρη, τον οποίο ο σκηνοθέτης Mike Nichols έντυσε με παλιά και νέα τους τραγούδια. Ο Πρωτάρης ουσιαστικά εισήγαγε αποφασιστικά το rock & roll, που ως τότε αντιπροσωπευόταν κυρίως σε συναυλιακά φιλμ ή ανόητες ταινίες με τον Elvis Presley, στο κινηματογραφικό soundtrack ως αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης. Το απόλυτο μοντέλο ίσως παραμένει το American graffiti του George Lucas, που έξι χρόνια αργότερα έκανε δημοφιλή την έννοια της συλλογής κομματιών όπως την ξέρουμε σήμερα, συνδυάζοντας αρμονικά από Chuck Berry μέχρι Beach Boys. Εξίσου και οι ταινίες του John Hughes στα μέσα της δεκαετίας του ’80 με την έξοχη χρήση μουσικής που έθεσαν τους κανόνες με τους οποίους παίζεται το παιχνίδι. (Το Oh yeah των Yello στην Πιο κουφή μέρα του Φέρις Μπιούλερ παραμένει ένας από τους πιο υποδειγματικούς συνδυασμούς εικόνας και μουσικής).

Μέσα στα ’70s και τα ’80s σημειώθηκαν αρκετές ακόμα εξαιρετικές κυκλοφορίες, από όπου ξεχωρίζει κανείς το Purlpe Rain με κομμάτια του Prince για την ομώνυμη ταινία, όπως και τα δύο φιλμ με τον John Travolta, Grease και Πυρετός το Σαββατόβραδο, που το καθένα με διαφορετικό τρόπο (το Grease συνδύασε νέα τραγούδια ερμηνευμένα από το καστ με παλιότερες επιτυχίες σε νέες εκτελέσεις, ενώ το ντίσκο έπος του 1977 έθεσε ένα μίνι best of των Bee Gees δίπλα σε άλλα κομμάτια του είδους) επέδρασε πάρα πολύ και στην εξέλιξη του soundtrack και στην ποπ κουλτούρα γενικότερα. Παραμένουν όλα τους στη λίστα με τα 10 top-selling soundtracks όλων των εποχών.

Φυσικά τα απλά ορχηστικά soundtracks δεν εξαφανίζονται. Ορισμένα από αυτά μάλιστα θα γίνουν στο μέλλον συνώνυμα του μουσικού και κινηματογραφικού zeitgeist. Περιπτώσεις σαν την Αμελί του Yann Tiersen ή τον κατά 95% ορχηστικό Τιτανικό του Τζέιμς Χόρνερ καταδεικνύουν πως η μία σχολή δεν ήρθε για να κλείσει την άλλη -η αγάπη του κοινού για τις νότες της έβδομης τέχνης παραμένει άσβεστη. Από την τεράστια επιτυχία του Top gun το 1986 μέχρι εκείνη του Forrest Gump το 1994 μεσολαβεί σχεδόν μια δεκαετία, αλλά ένα πράγμα είναι πλέον απολύτως σαφές: το ζευγάρωμα μιας ιστορίας που να ικανοποιεί το κοινό με έναν ευρείας αποδοχής σταρ, σε συνδυασμό με μια tracklist που να θυμίζει συλλογή αγαπημένων επιτυχιών ενός απλού ανθρώπου (και χωρίς απαραίτητα να έχει ιδιαίτερη συνοχή) σημαίνει επιτυχία. Έχει προηγηθεί ο Σωματοφύλακας με τραγούδια κυρίως της Whitney Houston, που παραμένει το #1 σε πωλήσεις soundtracks όλων των εποχών. Ήταν πλέον εμφανές πού βρισκόταν -εμπορικά- το μέλλον του μέσου. Αυτό που δύσκολα θα μπορούσε να έχει διακρίνει κάποιος από τότε είναι το πόσο άμεσα θα επηρεαζόταν και η ίδια η μουσική βιομηχανία.

Η αποθέωση
Το 1994 ο Quentin Tarantino εισβάλλει για τα καλά στις κινηματογραφικές αίθουσες όσο και στις δισκοθήκες μας. Μαζί με την ανάσταση της καριέρας του John Travolta χάρη στο Pulp fiction, ο ιδιοφυής δημιουργός είναι ουσιαστικά και υπεύθυνος για την τεράστια επιτυχία που απολαμβάνει η surf-rock εκδοχή της ελληνικής Μισιρλού, που εμφανίζεται στους τίτλους αρχής της ταινίας ως παραλλαγή της βερσιόν του Dick Dale από το 1963. Η ικανότητα του Tarantino να ξεθάβει αφανή διαμάντια του παρελθόντος και να τα στήνει σε ένα βάθρο δίνοντάς τους νέα πνοή τον κάνει ένα κεφάλαιο από μόνο του στην ιστορία του κινηματογραφικού soundtrack. H Μισιρλού γίνεται χάρη στο Pulp fiction ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και πολυπαιγμένα κομμάτια για τα τελευταία 20 χρόνια, και ουδείς αμφιβάλλει πως ο Tarantino χρησιμοποιεί αυτό που για άλλους δεν είναι παρά εμπορική στρατηγική (το soundtrack - συλλογή επιτυχιών) ώστε να δημιουργήσει αληθινή τέχνη. Δεν βασίζεται σε προϋπάρχουσες επιτυχίες  τις δημιουργεί ο ίδιος. Το κοινό αρχίζει σιγά σιγά να βλέπει ορισμένους σκηνοθέτες ως μουσικούς επιμελητές των οποίων το γούστο εμπιστεύεται.

Κάθε νέα ταινία του Tarantino φέρνει μαζί της και την αντίστοιχη παλαβή συλλογή από μουσικές που διατρέχουν όλα τα είδη και τις δεκαετίες, σαν ένας αναγνωρισμένος ραδιοφωνικός παραγωγός που μας προτείνει τη νέα συλλογή από μουσικές που έχει αγαπήσει. Από το Jackie Brown μέχρι τα Kill Bill και τους φετινούς Άδωξους μπάσταρδους, οι συλλογές που ντύνουν της ταινίες του αντί πρωτότυπων συνθέσεων, ξεκινούν από Motown και φτάνουν στην ιαπωνική παράδοση, και από το surf-rock καταλήγουν στα σπαγγέτι γουέστερν του Ennio Moriccone. O Tarantino τελειοποιεί την τέχνη του soundtrack στο σημείο που πλέον αυτό λειτουργεί εξίσου αποτελεσματικά τόσο εντός όσο και εκτός του πλαισίου της εκάστοτε ταινίας του. Είναι πλέον επίσημο: Το soundtrack έχει ορθοποδήσει, και μπορεί να στηρίζεται ως αυτόνομο προϊόν.

Το λυκόφως
Η μεγάλη άνοδος της τηλεόρασης μέσα στη δεκαετία των ’00s σήμαινε μεταξύ άλλων πως έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή τα soundtracks σειρών, ιδιαίτερα στις πιο νεαρές ηλικίες, που ενδιαφέρουν και τους διαφημιστές. Η βιομηχανία της μουσικής ξαφνικά είχε μπροστά της τη λύση στο πρόβλημα της υπερπροσφοράς και της υπερπληροφόρησης που συναντά στην αυγή του 21ου αιώνα. Στην εποχή του ίντερνετ τα ταλέντα που ζητούν μια θέση στον ήλιο του κάθε MTV βγαίνουν πλέον με ρυθμούς βδομάδας. Τα περιοδικά του χώρου δεν προλαβαίνουν να ανακαλύπτουν νέα είδωλα, σε κάθε γωνιά του διαδικτύου συναντούμε ελπιδοφόρους μουσικούς, τα μουσικά κανάλια δεν προλαβαίνουν να ανακηρύττουν νέους σταρ προτού καλά καλά μάθουμε τα ονόματα των προηγούμενων.
Ξεκινώντας από σειρές σαν το νεανικό δράμα O.C. και την ιατρική σαπουνόπερα Μαθήματα ανατομίας (Grey’s Anatomy), η ανάδειξη των σταρ της νέας χιλιετίας περνά μέσα από το τηλεοπτικό αρχικά, κινηματογραφικό μετέπειτα, soundtrack. Ονόματα σαν τους Killers γίνονται πρώτου μεγέθους, ιδιαίτεροι καλλιτέχνες σαν τους Death Cab for Cutie και Imogen Heap φτάνουν ως τα Grammy και τραγούδια σαν τη ροκ μπαλάντα How to save a life των Fray σπάνε τα κοντέρ στα charts της υφηλίου χάρη σε μία τους σκηνή σε κάποιο τηλεοπτικό δράμα. Άνθρωποι σαν την Alexandra Patsavas, υπεύθυνη για τις μουσικές επιλογές στις πιο δημοφιλείς σειρές, γίνονται τα ισχυρότερα ονόματα της μουσικής βιομηχανίας, και η θέση σε ένα soundtrack-συλλογή της είναι ισοδύναμη με εισιτήριο στην A-list του μουσικού stardom.

Ο κινηματογράφος ήδη κινείται σε αντίστοιχα μονοπάτια, όπου κάθε μεγάλη παραγωγή συνοδεύεται από συλλογές με τραγούδια από γνωστούς καλλιτέχνες που πλέον δεν χρειάζεται καν να ακούγονται στην ταινία ή που βρίσκονται στριμωγμένα στους τίτλους τέλους. Για ταινίες με μεγάλη απήχηση στο νεανικό κοινό, σαν το Transformers ή το πρώτο Twilight, συγκεντρώνονται σε μια συλλογή μια σειρά από τραγούδια λίγο ως πολύ στο ύφος της ταινίας, πλαισιωμένα από τρία-τέσσερα καινούργια τραγούδια γραμμένα ειδικά για την περίσταση. Όταν οι emo ροκάδες Paramore γνώρισαν παγκόσμια επιτυχία ως το συγκρότημα που έγραψε το τραγούδι του Twilight, η ζήτηση για τη δεύτερη ταινία της σειράς, Νέα Σελήνη, υπήρξε αποστομωτική. Η Alexandra Patsavas, μουσική επιμελήτρια για αυτή τη σειρά ταινιών, δεν χρειαζόταν πλέον να αναζητά ποιο απ’ τα προϋπάρχοντα τραγούδια των Muse ταιριάζει στην ταινία· οι Muse τής έδωσαν ένα ολοκαίνουργιο, από το άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε τον ίδιο μήνα. Ο γίγαντας Thom Yorke, των θρυλικών Radiohead, της μεγαλύτερης ίσως μπάντας στον πλανήτη, έγραψε ένα καινούργιο τραγούδι ειδικά για το soundtrack της Νέας Σελήνης  και μάλλον όχι επειδή είναι φαν των βιβλίων.

Σαν greatest hits συλλογή από άλμπουμ του μέλλοντος, το soundtrack της Νέας Σελήνης μοιάζει με αυτό στο οποίο όλη η ιστορία του μέσου οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια εδώ και 65 χρόνια, σηματοδοτώντας μια πρακτική όπου τα μεγαλύτερα ονόματα ανταγωνίζονται άγνωστα ταλέντα, όλοι για μια θέση στο tracklist του επόμενου καυτού soundtrack. Ο Pete Wentz των Fall-Out Boy αποκάλυψε πριν λίγες μέρες ότι συνεργάζεται με ένα μέλος των Blink-182 πάνω στη μουσική της επερχόμενης Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων του Τιμ Μπάρτον, λέγοντας πως έχουν ήδη γράψει ένα τραγούδι και θα γράψουν κι άλλα αν βρουν τον χρόνο. Όλα αυτά για μια ταινία που κυκλοφορεί στις αίθουσες σε δύο μήνες και έχει, προφανώς, ολοκληρωθεί. Άρα; Πρώτα η μουσική, και μετά βλέπουμε πώς και αν θα ταιριάξει με την εικόνα.

Η νέα αυγή
Το soundtrack ως συλλογή επιτυχιών είναι πρακτική που εξελίχθηκε μέσα στις δεκαετίες, έχοντας υπάρξει από ξεδιάντροπο μέσο προώθησης για χιτάκια που κανείς δεν θα θυμάται σε ένα χρόνο από τώρα μέχρι αληθινή τέχνη στα χέρια δημιουργών σαν τον Tarantino ή τον Todd Haynes (της εξαιρετικής glam rock ψευδοβιογραφίας Velvet Goldmine). Ενώ αποτέλεσε βαθιά ανάσα για μια κορεσμένη μουσική βιομηχανία που, πληγωμένη από τα νέα μέσα, πέρασε τη δεκαετία ψηλαφίζοντας στο σκοτάδι για να βρει νέους τρόπους ανάδειξης αστέρων. Τα κατάφερε και, όταν μπορούμε να κρατάμε εμείς στα χέρια μας συλλογές σαν το Άδωξοι μπάσταρδη ή τη Νέα Σελήνη, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καμία ένσταση.

ΔΕΚΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ SOUNDTRACKS ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΤΕ

Kill Bill vol. 1: Τυπικό χωνευτήρι επιρροών και στυλ από τον μάστορα του είδους, Quentin Tarantino, στην πιο φορμαρισμένη στιγμή του. Μερικές σπάνιες original πινελιές του RZA δίνουν στο σύνολο μια ασυνήθιστη ενότητα. Καλύτερη στιγμή: Bang bang - Nancy Sinatra, Don’t let me be misunderstood - Santa Esmeralda.


Twilight: H Alexandra Patsavas ενώνει το επικό ροκ των Muse με τη σκληρή μουσική των Linkin Park, τις αγχωμένες κιθάρες των Paramore και τις indie ευαισθησίες των Iron & Wine σε μια συλλογή που τα έχει όλα και δίχως αμφιβολία σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία του μέσου. Καλύτερη στιγμή: Supermassive black hole - Muse, Decode – Paramore.



Ω αδερφέ, πού είσαι;: Συνδυασμός παλαιών κομματιών (Το Big rock candy mountain του Harry McClintock από το 1928) και φρέσκες ηχογραφήσεις από καλλιτέχνες σαν την Emmylou Harris και την Alison Krauss, το απρόσμενα πετυχημένο εμπορικά soundtrack της ταινίας των αδερφών Coen ντύνει ιδανικά την πιο ξεχωριστή country οδύσσεια που έχετε δει ποτέ. Καλύτερη στιγμή: I am a man of constant sorrow - Soggy Bottom Boys, O death - Ralph Stanley.


Almost famous: Ο Cameron Cowe ολοκληρώνει την απόλυτη ταινία για τη ροκ μουσική και αυτή η συλλογή από μουσικές των ’70s (μαζί με ένα ρετρό καινούργιο κομμάτι, για τη φανταστική μπάντα της ταινίας) είναι ιδανική. Zeppelin, Skynyrd, Who, Beach Boys, Bowie, είναι όλοι εδώ. Και η σκηνή του Tiny Dancer είναι από τις ομορφότερες μουσικές σκηνές στην ιστορία. Καλύτερες στιγμές: Fever dog - Stillwater, Tiny dancer - Elton John.


Donnie Darko: Soundtrack καλτ όσο και η ταινία την οποία ντύνει μουσικά, έβαλε στο μουσικό λεξιλόγιο μιας νέας γενιάς ονόματα σαν τους Echo & the Bunnymen και τους Tears for Fears. Και έκανε τραγούδι-σύμβολο το συγκλονιστικό Mad world.
Καλύτερες στιγμές: Mad world - Gary Jules, Under the Milky Way - The Church.



Οικογένεια Τένεμπαουμ: Ονειρεμένα τραγούδια από Rolling Stones και τη θεά Nico διανθίζουν το υπέροχο score του Mark Mothersbaugh, στην απόλυτη ταινία-σύμβολο της indie αισθητικής. Καλύτερες στιγμές: Needle in the hay - Elliott Smith.


Velvet goldmine: Από Brian Eno μέχρι Roxy Music κι από Placebo μέχρι Thom Yorke, ο σκηνοθέτης Todd Haynes συγκέντρωσε ό,τι πιο ταιριαστό από glam rock μουσικές της εποχής που απεικονίζει, σύγχρονους καλλιτέχνες, αλλά και original κομμάτια που θα ταίριαζαν κάλλιστα στα ’70s, από ονόματα σαν τους Pulp. Τρανταχτή απουσία ο David Bowie, που μίσησε το σενάριο, αλλά το υπόλοιπο ρόστερ αποζημιώνει. Καλύτερες στιγμές: Virginia plain - Roxy Music, Satellite of love - Lou Reed.


Ocean’s eleven: Ορισμός του cool, με ένα original score από τον David Holmes που ακροβατεί ανάμεσα στην τζαζ και το trip-hop, με ένθετα κομμάτια που αφήνουν τη γεύση του Vegas, όπως έπρεπε, από Elvis μέχρι Perry Como. Καλύτερες στιγμές: A little less conversation - Elvis Presley, A song for young lovers - Percy Faith.


Once: Indie rock μπαλάντες κατευθείαν από την καρδιά, σε αυτό το συναισθηματικά γενναίο και ειλικρινές μιούζικαλ που δεν μοιάζει με κανένα άλλο στην ιστορία. Από τους Glenn Hansard και Marketa Irglova, βραβευμένους με Όσκαρ για το ντουέτο τους Falling slowly. Καλύτερες στιγμές: When your mind's made up - Glenn Hansard, Say it to me Noe - Glenn Hansard.


High fidelity:
Springsteen, Frampton, Lou Reed, Bob Dylan, Aretha, Elvis Costello, Velvet Underground… Η άλλη απαραίτητη ροκ συλλογή των κινηματογραφικών ’00s. Καλύτερες στιγμές: I can’t stand the rain - Ann



πηγή περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια: