Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Η ιδεολογία του Βίκτωρα Ουγκώ


Σαν σήμερα, το 1885, πεθαίνει ο σπουδαίος ρομαντικός συγγραφέας, Βίκτωρ Ουγκώ, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που καθρεφτίζει μέχρι σήμερα, τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της Γαλλίας του 19ου αιώνα. Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, το tvxs αναδημοσιεύει την ανάλυση του Αλέξανδρου Χατζηκώστα, πάνω στην πολυδιάστατη ιδεολογία του μεγάλου Γάλλου λογοτέχνη.

Βίκτωρ Ουγκώ, ο δημιουργός του Γιάννη Αγιάννη και πιο πολυδιαβασμένος Γάλλος συγγραφέας όλων των εποχών, είναι ο άνθρωπος που κατέγραψε την αφανή κάποτε εποποιία των προλετάριων, πριν αυτοί αποκτήσουν τη συνείδηση της τάξης τους.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ θεωρείται ως ο επισημότερος εκπρόσωπος του δημοκρατικού ρομαντισμού. Ο ρομαντισμός είναι ένα λογοτεχνικό και ευρύτερα καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύσσεται από το τέλος του 18ου μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα. Στα πρώτα του βήματα χαρακτηρίζεται από την αντιπαράθεση στον ορθολογισμό του Διαφωτισμού και έχει συνολικά συντηρητικό, έως και αντιδραστικό πολιτικό χαρακτήρα: τίθεται υπέρ της φεουδαρχίας και ενάντια στην προοδευτική, την εποχή εκείνη, αστική τάξη.

Με το γύρισμα όμως του αιώνα, το τέλος της μεγάλης εποχής των γιακωβίνων, με τη -φαινομενική ήττα της επανάστασης, μετά το Βατερλώ και την Παλινόρθωση της μοναρχίας στη Γαλλία (1815)- ο ρομαντισμός διατηρώντας τα εξωτερικά, αισθητικά του χαρακτηριστικά παίρνει νέο περιεχόμενο: αυτή τη φορά εμφανίζεται όχι ως ο αριστοκράτης αντίπαλος της αστικής τάξης, αλλά ως ο υπερασπιστής εκείνων των ιδανικών της που συντρίφτηκαν με την ήττα των γιακωβίνων, τον Ιούλιο (Θερμιδώρ) του 1794.

Η ίδια εποχή (πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα) σημαδεύεται από την έκρηξη μεγάλων εθνικών επαναστάσεων, με τις οποίες η αστική τάξη των υπό διαμόρφωση εθνών προσπαθεί να συγκροτήσει το κράτος της. (Χαρακτηριστικότερη τέτοια περίπτωση είναι της μεγάλης επανάστασης των Ελλήνων του 1821). Η διαδικασία συγκρότησης εθνικών συνειδήσεων βοηθιέται από μνήμες του μεσαιωνικού παρελθόντος των λαών (μύθοι, θρύλοι, έθιμα, τραγούδια). Ιλό αυτό το υλικό, με τα πολλά μυθικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία, ενσωματώνεται στην αισθητική του ρομαντισμού, ο οποίος γίνεται πλέον κήρυκας των εθνικοαπελευθερωτικών ιδανικών.

Από αριστοκράτης, «αβράκωτος» και ... φουστανελάς. Αυτή είναι, σε αδρές γραμμές, η ιδεολογική πορεία του ρομαντισμού, ο οποίος προς το τέλος του αιώνα θα γνωρίσει μιαν ακόμα ιδεολογική μετάλλαξη. Μπροστά στο χείμαρρο των αναπτυσσόμενων σοσιαλιστικών ιδεών και τη λογοτεχνική τους αποτύπωση που είναι ο νατουραλισμός και ο ρεαλισμός, ο ρομαντισμός αναδιπλώνεται και, για μια ακόμη φορά, αποκτά αντιδραστικό περιεχόμενο και, κάποτε, αρρωστημένη μορφή, προσανατολιζόμενος στο υπερφυσικό και στο φρικαλέο.

Οι θρησκευτικές, όπως και οι πολιτικές, πεποιθήσεις του Ουγκώ άλλαξαν ριζικά κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στη νεότητά του, προσδιοριζόταν ως καθολικός και δήλωνε αφοσίωση στην ιεραρχία και την εκκλησιαστική εξουσία. Αργότερα εξελίχθηκε σε μη ενεργό καθολικό εκφράζοντας όλο και περισσότερο αντιπαπικές και αντικληρικές απόψεις. Την περίοδο της εξορίας του μυήθηκε στον πνευματισμό ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του υιοθέτησε έναν ορθολογικό ντεϊσμό, όμοιο με αυτό του Βολταίρου. Όταν ένας απογραφέας τον ρώτησε στα 1872 εάν ήταν καθολικός, απάντησε: "Όχι. Ελευθερόφρονας".

Η στάση του Ουγκώ απέναντι στους δύο Βοναπάρτες είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που καθιστούν αντιφατική την ιδεολογία του. Αξίζει τον κόπο να σταθούμε αναλυτικότερα σε αυτό το ζήτημα.

Όσο ο Ουγκώ θαύμαζε, στα όρια της λατρείας, το Ναπολέοντα Βοναπάρτη τόσο βαθιά μισούσε και απεχθανόταν το Ναπολέοντα τον Γ΄ που ο ίδιος επονόμασε «Μικρό» (σε αντιπαράθεση με το «Μεγάλο»). Σε αυτή τη λατρεία, σε αυτό το θαυμασμό απέναντι στον πρώτο Ναπολέοντα συνυπάρχουν πάρα πολλά αντιφατικά ιδεολογικά στοιχεία, πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις, μερικές από τις οποίες (οι ορθότερες) ξεφεύγουν από τις ιδεολογικές και γνωστικές προϋποθέσεις του ίδιου του συγγραφέα. Ο Ουγκώ θεωρούσε ότι ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν ο άνθρωπος που έκανε τη Γαλλία μεγάλη. Σε αυτό το σημείο, είναι φανερή η αποδοχή από το συγγραφέα του γαλλικού αστικού εθνικισμού, ένα από τα συντηρητικότερα στοιχεία της ιδεολογίας του.

Στη συνολική σκέψη του Ουγκώ, η εμμονή του στη συμβολή της προσωπικότητας στη διαμόρφωση της ιστορίας, είναι μια όχι ασήμαντη αναπηρία. Ο Ουγκώ αντιλαμβάνεται την έννοια της τάξης με κριτήριο το τι απολαμβάνει μια ομάδα ανθρώπων από τον κοινωνικό πλούτο. Από αυτή την άποψη, τίθεται στο πλευρό όσων, ενώ δουλεύουν περισσότερο, απολαμβάνουν λιγότερα. Η σκέψη του όμως πάνω στο ζήτημα των οικονομικών και πολιτικών λειτουργιών των κοινωνικών τάξεων είναι εμβρυώδης και, πάνω στο ζήτημα των σχέσεων ιδιοκτησίας και παραγωγής, οιονεί ανύπαρκτη.

Με αυτή την ιδεολογική και αναλυτική μέθοδο κρίνει και το Ναπολέοντα Γ΄, τον άνθρωπο που θεμελίωσε τη δικτατορία της αστικής τάξης. Ο Ουγκώ δεν κατανοεί τη συνολική ευθύνη της αστικής τάξης. Εξ άλλου, δεν τη θεωρεί καν τάξη: «μια καρέκλα δεν είναι τάξη», ισχυρίζεται στους «Αθλίους», υπονοώντας ότι ο αστός είναι απλώς ο άνθρωπος που έχει την εξουσία -και την ησυχία του- αλλά δεν κατανοεί τις οικονομικές λειτουργίες του.

Στα πλαίσια αυτά, οι «Εργάτες της θάλασσας» περιγράφουν την προσπάθεια του ανθρώπου να καθυποτάξει τη φύση. Το «1793» είναι ένα βλέμμα συμπάθειας στους μεγαλύτερους επαναστάτες που ανέδειξε ποτέ η αστική τάξη, στους γιακωβίνους, ενώ ο «Άνθρωπος που γελά» είναι μια χλευαστική ματιά στη μοναρχία και την αριστοκρατία.

Όμως, το όνομα του Ουγκώ στη συνείδηση των αναγνωστών του είναι συνυφασμένο με το έργο-ποταμός «Οι Άθλιοι». Οι «Άθλιοι» αποτελούν μια από τις πρώτες απόπειρες στο μυθιστόρημα να έρθει στο προσκήνιο της μυθιστορηματικής δράσης ο άνθρωπος της εργατικής τάξης -και είναι επίσης από τα έργα εκείνα- που ο λαϊκός χαρακτήρας τους βοήθησε την εργατική τάξη να τα αγαπήσει και να έρθει σε επαφή, ως αναγνωστικό κοινό με τη λογοτεχνία.

Ο Ουγκώ, ουτοπικός σοσιαλιστής και κοινωνικός αγωνιστής με τη ζωή και το έργο του, συμπαθών της Παρισινής Κομμούνας, δε διασταυρώθηκε με το μαρξισμό. Η άποψή του είναι ξεκάθαρη ως προς το ότι η εξαθλίωση της εργατικής τάξης, τα βάσανά της, υλικά και ηθικά είναι προϊόντα του καπιταλισμού. Η λύση όμως που δίνει είναι συγκεχυμένη: προκρίνει την κοινωνική συμφιλίωση και την ειρηνική επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, σε σχέση με την επαναστατική βία (την οποία, ωστόσο, σε πολλές σελίδες του έργου του, υπερασπίζεται αποτελεσματικά).

Θεωρεί ότι ο ατομικός δρόμος προς την ηθική τελείωση, προς την καλοσύνη οδηγεί στη «σωτηρία» του ατόμου και της κοινωνίας. Όμως, η καλλιτεχνική και προσωπική του ευαισθησία όχι μόνο τον οδήγησε σε μια σθεναρή υποστήριξη των φτωχών και καταπιεσμένων - των κάθε είδους «Αθλίων» που παράγει ο καπιταλισμός, αλλά και τον βοήθησε να διατυπώσει μεγάλες επαναστατικές αλήθειες.

Ο,τι ο Ουγκώ -και αρκετοί άλλοι συγγραφείς του καιρού του- προσέγγισε με την καρδιά και το συναίσθημα, το ολοκλήρωσε ο Μαρξ και ο Ενγκελς με την επιστήμη και τη θεωρία. Τα οράματά του -περιγεγραμμένα και καθορισμένα με σαφήνεια και επιστημονικότητα από τους θεωρητικούς του σοσιαλισμού- προσπάθησε να τα πραγματώσει η εργατική τάξη στον αιώνα που πέρασε, γράφοντας τη δική της, αξεπέραστη εποποιία και γνωρίζοντας τις δικές της, τραγικές αλλά οπωσδήποτε πρόσκαιρες ήττες.

Οι πληγές της ανθρωπότητας που ο Ουγκώ πίστευε ότι θα κλείσουν τον 20ό αιώνα, χαίνουν ακόμη και είναι ανοιχτοί λογαριασμοί για το επαναστατικό υποκείμενο της εποχής μας, την εργατική τάξη και το κόμμα της. Μέχρι τότε, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ίδιου του Ουγκώ, «βιβλία σαν τούτο ΄δω μπορεί να μην είναι περιττά»

Δεν υπάρχουν σχόλια: